Να θυμηθούμε τα Ήθη & έθιμα μας

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Δημοσίευσηαπό aetos10 » Παρ Αύγ 26, 2011 5:15 am

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ
Η αγγειοπλαστική είναι μια από τις αρχαιότερες τέχνες που αναπτύχθηκαν στη χώρα μας και ιδιαίτερα στην Κρήτη, το επάγγελμα δε του αγγειοπλάστη ασκούνταν κυρίως σε περιοχές, όπου υπήρχε το κατάλληλο χώμα αγγειοπλαστικής και όπου υπήρχε τεχνική αγγειοπλαστική παράδοση. Τέτοιες περιοχές ήταν ορισμένα χωριά της επαρχίας Ιεραπέτρας και Πεδιάδας και προ πάντων στο χωριό Θραψανό Πεδιάδας Ηρακλείου, όπου όλοι οι κάτοικοι άντρες, γυναίκες και παιδιά ασχολούνταν με την αγγειοπλαστική από πάρα πολύ παλιά χρόνια. Ιδιαίτερα τα Κρητικά πιθάρια είναι γνωστά από τους Μινωικούς χρόνους η τεχνική των οποίων μεταβιβάζεται από τους γονείς στα παιδιά που παίζοντας από μικρά μαθαίνουν να πλάθουν και να σχεδιάζουν πιθάρια και κάθε άλλου είδους αγγεία ώστε να εξελίσσονται σε θαυμαστούς δεξιοτέχνες της επεξεργασίας του πηλού.
Οι αγγειοπλάστες κατασκεύαζαν όλα εκείνα τα πήλινα χρηστικά αντικείμενα για την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων της υπαίθρου και των πόλεων που απαιτούσε η οικιακή χρήση. Ενδεικτικά, μερικά από τα αντικείμενα αυτά ήταν τα πήλινα πιάτα, τα ταψιά, τα τσικάλια, η στάμνα, το σταμνί, το λαΐνι, ο κουνενός, το κουτούτο, ο μαστραπάς, το κιούπι, η λεκανίδα, το μίστατο, το λαδικό, τα πιθάρια (λαδοπίθαρο, κρασσοπίθαρο, πιθάρι σιτηρών, καρπών, ψωμιού, μελοπίθαρο κ.α.)
Τα αντικείμενα αυτά χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες εστίασης, για την αποθήκευση προϊόντων όπως του κρασιού της τσικουδιάς, του λαδιού, του μελιού, του νερού, της γλίνας, του ντοματοπελτέ, των οσπρίων αλλά και για την ικανοποίηση άλλων αναγκών των νοικοκυριών
Ως πρώτη ύλη οι αγγειοπλάστες χρησιμοποιούν το «χώμα» δηλαδή όλα τα είδη των αργίλων μεμονωμένα ή σε μείγμα γιά τη δημιουργία των ειδών της Κεραμικής και Αγγειοπλαστικής τέχνης. Τα είδη των υλικών που χρησιμοποιούνται σήμερα με βασικές ιδιότητες την ελαστικότητα και την υδραυλική τους ιδιότητα, είναι η λεπίδα με γκρι-μπλε ή βαθύ καφεκόκκινο χρώμα, το κόκκινο χώμα που είναι κόκκινος άργιλος με λεπτούς κόκκους και που απορροφά εύκολα και ομοιόμορφα τό νερό, το πιθαρόχωμα που χρησιμοποιείται μόνο στο Θραψανό και έχει ανοιχτό κόκκινο χρώμα, και τέλος τον άργιλο που ονομάζουν στην Κρήτη Κουμουλιά που έχει συνήθως κιτρινωπό χρώμα και θεωρείται καλής ποιότητας.
Μετά την εξόρυξη του καταλλήλου χώματος ακολουθούν οι επόμενες εργασίες:
Το σπάσιμο των βώλων, το κοσκίνισμα, η υγροποίηση και η επεξεργασία του πηλού ο οποίος με την εμπειρία του αγγειοπλάστη και την συμβολή των χεριών και των ματιών του μετατρέπεται με την ίδια σχεδόν μέθοδο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, σε όμορφα και χρήσιμα αντικείμενα.
Απαραίτητα εργαλεία για την κατασκευή των πιθαριών και των λοιπών σκευών είναι ο τροχός, το σφουγγάρι, και το χτένι. Ο παραδοσιακός ποδοκίνητος τροχός και το τροχί όπου κατασκευάζονται τα πιθάρια, αποτελούνται από ξύλο. Ο τροχός αποτελείται από το αρδάχτι, το πλιθί, το σκαμνί, τη κεφαλαριά, το διαζύλι, και το κολοσάνιδο. Το αρδάχτι είναι ο άξονας περιστροφής του τροχού, ενώ το πλιθί μια επίπεδη πέτρα στρωμένη στο έδαφος, στο κέντρο της οποίας δημιουργείται μια εσοχή όπου περιστρέφεται το ένα άκρο του αρδαχτιού. Το σκαμνί είναι ένας ξύλινος δίσκος που περιστρέφει ο αγγειοπλάστης με το πόδι του δίνοντας έτσι την κίνηση σ' όλον τον τροχό, ενώ κεφαλαρά είναι ο δίσκος τον τροχού πάνω στον οποίο κατασκευάζονται τα αγγεία. Το διαζύλι, τέλος είναι μια σανίδα μέσα από την οποία περνά και στηρίζεται κάθετα το αρδάχτι, ενώ το κολοσάνιδο χρησιμεύει για να κάθεται ο δημιουργός αγγειοπλάστης την ώρα της εργασίας του.
________________________________________
ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ
Ο αγωγιάτης ή κυρατζής πραγματοποιούσε μεταφορές διαφόρων εμπορευμάτων, κρασιών (σε ασκιά), από ένα τόπο σε άλλο, διακινούσε ταξιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, καθώς και κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας. Το επάγγελμα αυτό εξασκούνταν στις χερσαίες μεταφορές. Η μετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς μέχρι τη δεκαετία του '30 και έως ότου γενικευτεί η χρήση του κάρου και του φορτηγού αυτοκινήτου.
Για τις υπηρεσίες του ο αγωγιάτης έπαιρνε μια πληρωμή, που λεγόταν αγώϊ. Το αγώϊ κανονιζόταν με συμφωνία άλλοτε κατά διαδρομή (στραθιά) και άλλοτε κατά μονάδα βάρους του εμπορεύματος που μεταφερόταν. Η αμοιβή του αγωγιάτη ήταν σχετικά καλή για κείνα τα χρόνια, όμως η δουλειά ήταν δύσκολη και εξαντλητική.
Το επάγγελμα αυτό πρόσφερε πολύ καλές υπηρεσίες στην παραγωγή και στην κατανάλωση των γεωργικών προϊόντων, ενώ συγχρόνως εξασφάλιζε ένα πρόσθετο εισόδημα στον αγωγιάτη, που κατά κανόνα ήταν αγρότης.
________________________________________
ΓΑΝΩΤΗΣ Ή ΓΑΝΩΤΖΗΣ Ή ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ
Γανωτής ή γανωτζής ή γανωματής είναι ο τεχνίτης που επικαλύπτει τα χάλκινα σκεύη με κασσίτερο και το επάγγελμα αυτό ανήκει σ’ αυτά που απαιτούν χειρωνακτική εργασία. Το επάγγελμα του γανωτή είναι από τα πιο παλιά που υπάρχουν. Λένε ότι καθιερώθηκε στην εποχή του Βυζαντίου και ήταν χρήσιμη η δουλειά τους, γιατί έσωζαν τους ανθρώπους από το θάνατο που προκαλούσαν τα αγάνωτα χάλκινα σκεύη. Τα παλιά χρόνια, τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους δουλειές και ιδιαίτερα στη μαγειρική ήταν χάλκινα [μπακιρένια]. Αυτά με τον καιρό και με τη μεγάλη χρήση οξειδώνονταν και γινόταν επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Έπρεπε λοιπόν να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους για προστασία με ένα ειδικό μέταλλο, το καλάι (κασσίτερος). Ο γανωματής αφού καθάριζε καλά τα σκεύη, άλειφε το εσωτερικό τους με σπίρτο (υδροχλωρικό οξύ ) και το έτριβε με τριμμένο κεραμίδι ή άμμο. Ύστερα ζέσταινε καλά το χάλκινο σκεύος στη και έριχνε μέσα το χλωριούχο αμμώνιο για να στρώσει καλύτερα το καλάι. Στη συνέχεια, το σκούπιζε καλά και μετά άπλωνε το λιωμένο καλάι στην επιφάνεια του σκεύους με τη βοήθεια ενός χοντρού βαμβακερού υφάσματος. Στο τέλος το σκούπιζε με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.
Τα τελευταία χρόνια το επάγγελμα του γανωτή τείνει να εξαφανιστεί αφού τα μαγειρικά σκεύη είναι πλέον ανοξείδωτα και δεν χρειάζονται γάνωμα (επικασσιτέρωση).
________________________________________
ΚΑΛΑΘΟΠΟΙΟΣ
Η καλαθοπλεκτική ως απλή τέχνη είναι ένας από τους παλαιότερους κλάδους της χειροτεχνίας.
Το επάγγελμα του καλαθοποιού ήταν διαδεδομένο σε χωριά και σε περιφέρειες όπου οι πρώτες ύλες για τις ανάγκες της παραγωγής ήταν άφθονες. Τα υλικά αυτά τα έπαιρναν από τις λυγαριές τις μυρθιές τις σφάκες και τα καλάμια
Από τις μυρθιές και από τις λυγαριές οι καλαθοποιοί έβγαζαν τις μακρές βίτσες, που αποτελούσαν ένα από τα βασικά υλικά της δουλειάς τους. Με τις βίτσες αυτές, εκτός που έπλεκαν, σχίζοντας τες στα δυο, εξασφάλιζαν και το πλέξιμο των καλαθιών και των άλλων κοφινιών. Με τις βίτσες πλέκονταν ο πάτος των καλαθιών και κοφινιών, από τον οποίο ξεπετιούνταν προς τα πάνω κατά διαστήματα οι λυγερένιες βίτσες σαν σκελετός, πάνω στον οποίο πλέκονταν με λουρίδες από σχισμένα καλάμια τα καλαμένια καλάθια και κοφίνια. Οι ίδιες βίτσες συνδέονταν στην κορφή του καλαμένιου καλαθιού ή κοφινιού με άλλες παρόμοιες και σχημάτιζαν ένα κύλινδρο που στεφάνωνε το στόμιο του καλαθιού ή κοφινιού. Με τις ίδιες λιγαρένιες βίτσες περιτύλιγαν μια χοντρότερη, που τις δυο αιχμηρές άκρες της έμπηχναν κάθετα στο πλεγμένο καλάθι σχηματίζοντας καμάρα πάνω από τη μπούκα (στόμιο) του μικρού ή μεγάλου καλαθιού, για να πιάνεται ή να κρεμάται. Στα κοφίνια πλέκονταν κατά τον ίδιο τρόπο αντικρυστά πάνω στα χοντρά χείλια του κοφινιού δυο μικρότερες καμαρίτσες, τα αυθιά, απ όπου πιάνονταν το κοφίνι κατά τη μετατόπιση του και την κοντινή μεταφορά, γιατί οε μακρύτερες μεταφορές τα κοφίνια κουβαλούνταν στον ώμο.
Με τον τρόπο αυτό και με τα ίδια υλικά ο καλαθοποιός με τη βοήθεια του κοφτερού μαχαιριού του επεξεργαζόταν τις βίτσες της λυγαριάς και της μυρθιάς, έσκιζε τα καλάμια σε στενές λουρίδες και πλέκοντας κατασκεύαζε όλα τα μεγέθη των καλαμένιων καλαθιών με πάτο-σκελετό-χείλια και καμαρωτό χέρι από λυγαριά ή μυρθιά και τα διάφορα είδη και μεγέθη των καλαμένιων κοφινιών πάλι με πάτο, σκελετό, χείλια και αυτιά λυγαρένια, που χρησιμοποιούνταν σε διάφορες οικιακές και αγροτικές χρήσεις. Τα πετροκόφινα κατασκευάζονταν ολόκληρα από λυγαριά ή μυρσίνη και απ αυτά χρησιμοποιούνταν και για τη μπουγάδα του νοικοκυριού, τα μπουγαδοκόφινα. Με λεπτές βίτσες λυγαριάς ή μυρσίνης ο καλαθοποιός έπλεκε και τα τουπιά του τυριού και της μυζήθρας. Έπλεκε ακόμη με σκέτες καλαμένιες λουρίδες καλάθια και τουπιά μυζήθρας κυλινδρικά, σχεδόν βγαρτά (ίσα στο άνοιγμα) και μάλλον λίγο ανοικτότερα στην κορφή. Στην απασχόληση του καλαθοποιού υπαγόταν και η κατασκευή της κόφας με το ιδιότυπο κυλινδρικό σχήμα από τη μέση και πάνω και με το πεπλατυσμένο και ελαφρά τριγωνικό στο κάτω μέρος με τον κυρτό πάτο. Και το πλέξιμο της κόφας στηριζόταν σε όρθιο σκελετό με λουρίδες από σχίσματα σφάκας ή λυγαριάς. Τα χείλια της κόφας δεν γινόταν από πλεγμένο ξύλινο κύλινδρο, όπως στα καλάθια και τα κοφίνια, αλλά σχηματίζονταν με τη διαδοχική χρησιμοποίηση των σχισμάτων του πλεξίματος, που γυρίζονταν καμαρωτά στη μέση και που οι αιχμηρές άκρες τους σπρώχνονταν μέσα στον πλεγμένο κορμό της κόφας. Αυτά τα καμαρωτά γυρίσματα, που δεν εξείχαν από το πλεκτό σύνολο της κόφας, εφάπτονταν διαδοχικά το ένα με ιό άλλο κι έτσι σχηματίζονταν τα χείλια της κόφας. Οι κόφες χρησιμοποιούνταν σε διάφορες οικιακές χρήσεις, κυρίως όμως χρησιμοποιούνταν στον τρυγητό, για τη μεταφορά των κρασοστάφυλων από το αμπέλι στο πατητήρι.
________________________________________
ΚΑΡΕΚΛΑΣ
Στα παλιότερα χρόνια οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν για καθίσματα σκαμνιά από ξύλο και σκέτα κουτσούρια για τα μικρά παιδιά. Οι καρέκλες ήταν σπανιότερες και τις χρησιμοποιούσαν οι πλουσιότεροι «νοικοκύρηδες». Έτσι, με το επάγγελμα αυτό δεν ασχολούνταν πολλοί άνθρωποι.
Οι καρέκλες γίνονταν από άγριο ξύλο συνήθως πλάτανο και ήσαν διαφόρων ειδών. Άλλες με κάθισμα και πίσω πλάτη άλλες χωρίς πλάτη και άλλες, που το ένα από τα μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένο και συνδέονταν με το πισινό πόδι με πλάγιο ξύλινο μπράτσο, που χρησίμευε για ακουμπιστήρι του καθήμενου (ραχατηλίδικες). Εκτός από τις καρέκλες για μεγάλους ο καρεκλάς έφτιαχνε και τα καθέγλια (ειδικά καρεκλάκια) για τα μωρά. Τα καθέγλια αυτά είχανε πισινό κουμπηστήρι και τα δυο μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένα και συνδεμένα με τα πισινά με πλάγια μπράτσα. Σε κατάλληλο ύψος τα μπροστινά πόδια είχαν τρύπες, απ’ όπου περνούσε ειδική περόνα, κατασκευαζόταν δε στο σύνολό της με τέτοιο τρόπο που να προστατεύει το μωρό από τα πεσίματα. Το κάθισμα του καθεγλιού είχε στη μέση μια ευρύχωρη στρογγυλή τρύπα, που χρησίμευε για την αφόδευση του μωρού.
Στα ξύλινα μέρη ο καρεκλάς χρησιμοποιούσε άγρια ξύλα, ενώ τις ψάθες του καθίσματος έπλεκε με λεπτά σκοινιά βουρλιάς ή αφράτου των ποταμών. Τα εργαλεία του καρεκλά ήσαν ο σάρακας, το πριόνι, το σκεπάρνι, ο ξυλοφάς, το σκαρπέλο και τα αρίδια.
________________________________________
ΜΥΛΩΝΑΣ
Μυλωνάδες λέγονταν στα παλιά χρόνια αυτοί που εκμεταλλεύονταν τους μύλους και άλεθαν τα σιτηρά, για να παράγουν αλεύρι, με το οποίο παρασκεύαζε το ψωμί της η οικογένεια.
Οι αλευρόμυλοι διακρίνονταν σε κείνους που κινούνταν με νερό τους νερόμυλους, και σε κείνους που κινούνταν με τον αέρα, που λέγονταν ανεμόμυλοι. Οι περισσότεροι νερόμυλοι λειτουργούσαν το χειμώνα και ελάχιστοι το καλοκαίρι και σε τόπους όπου υπήρχαν τρεχάμενα νερά. Η λειτουργία ενός νερόμυλου απαιτούσε εγκαταστάσεις, που εξασφάλιζαν τη μεταφορά και την αποθήκευση του νερού, για την κίνηση του μύλου και μηχανισμούς έξω και μέσα στο κτίσμα του μύλου, με τους οποίους γίνονταν η εκμετάλλευση της υδατόπτωσης του νερού και η μετάδοση της κίνησης στη μυλόπετρα για το άλεσμα των καρπών.
Οι ανεμόμυλοι κινούνταν με τη βοήθεια του ανέμου και γι’ αυτό οι περισσότεροι λειτουργούσαν μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, που οι άνεμοι ήταν ήπιοι. Οι ανεμόμυλοι χτίζονταν τις πιο πολλές φορές ομαδικά στα λεγόμενα μυλοτόπια. Τα μυλοτόπια ήταν συνήθως τόποι με στρωτούς ανέμους όπως οι πλαγιές λόφων. Οι ανεμόμυλοι διακρίνονταν σε μονόκαιρους και σε στρογγυλούς. Οι μονόκαιροι ήταν προσανατολισμένοι αποκλειστικά προς βορρά και βορειοδυτικά, γιατί από την κατεύθυνση αυτή πνέουν συνήθως οι άνεμοι στην Κρήτη. Οι στρογγυλοί μύλοι μπορούσαν να κινούνται με όλους τους ανέμους, αφού μπορούσαν να περιστραφούν και να προσανατολιστούν κάθε φορά στην κατεύθυνση απ’ όπου έπνεε ο άνεμος. Το βασικό εξάρτημα του ανεμόμυλου, με το οποίο εξασφαλίζονταν η κίνηση του με την επενέργεια του ανέμου, ήταν η φτερωτή, που βρισκόταν μπροστά και έξω από το κτίσμα του μύλου. Και στις δυο περιπτώσεις ο βασικός κορμός του μύλου ήταν η πέτρα. Δυο πέτρινοι δίσκοι κινούνταν αντίθετα και τρίβοντας τον καρπό τον μετέτρεπαν σε αλεύρι. Η κίνησή τους γινόταν μέσα από ένα σύστημα αξόνων από τη ρόδα του νερόμυλου ή του ανεμόμυλου στους πέτρινους δίσκους.
Η δουλειά του μυλωνά ήταν μοναχική, σκληρή, επίπονη αλλά προσοδοφόρα. Συνήθως δεν πληρωνόταν με χρήματα, αλλά με αλεύρι, ανάλογα με τη ποσότητα που άλεθε. (αλεστικά).
________________________________________
ΝΤΕΝΕΚΕΤΖΗΣ
Ντενεκετζής ήταν ο κατασκευαστής διαφόρων ντενεκεδένιων (λαμαρινένιων) σκευών για οικιακή, αγροτική, κτηνοτροφική και βιομηχανική χρήση. Το επάγγελμα αυτό εξασκούνταν κυρίως στις πολιτείες και στα κεφαλοχώρια, απ’ όπου εξυπηρετούνταν οι κάτοικοι των γύρω χωριών.
Τα κυριότερα σκεύη, που κατασκεύαζε ο ντενεκετζής, ήταν οι κουβάδες του νερού, οι αλουσουδιάστρες (λάντζες), τα τσιγκάκια, οι σταυροί και τα σκαφάκια για τον τρύγο, τα χωνιά, οι λύχνοι, τα κάρτα, τα φανάρια, τα ποτιστήρια, τα δοχεία μεταφοράς νερού και γάλατος, τα μαγκάλια, οι απυριάστρες (θειφιστήρες), οι κουτσουνάρες κ.α. Για την κατασκευή αυτών των σκευών ο ντενεκετζής μετρούσε και σημάδευε με το μέτρο και το κουμπάσο (διαβήτη) πάνω στο ντενεκεδένιο φύλλο το κομμάτι που χρειαζόταν για το σκεύος, το έκοβε με ειδικό ψαλίδι και το έφερνε πάνω στο αμόνι, όπου το επεξεργάζονταν με ξύλινο σφυρί. Για τις κολλήσεις ο ντενεκετζής χρησιμοποιούσε καλάϊ.
Εκτός από τα παραπάνω είδη, ο ντενεκετζής κατασκεύαζε τα κόσκινα, τις βολίστρες και τις κνισάρες χοντρές και ψιλές. Για να κατασκευάσει αυτά τα σκεύη έπαιρνε έτοιμους ξύλινους γύρους, τους κοσκινόγυρους, τους οποίους εφάρμοζε και στερέωνε στο ένα τους άνοιγμα το ντενεκεδένιο πάτο. Τον πάτο αυτό τρυπούσε κατόπιν με κατάλληλους ζουμπάδες σε συμμετρικούς κύκλους μέχρι να γεμίσει ολόκληρη η επιφάνεια του πάτου. Στις βολίστρες οι τρύπες αυτές ήσαν μεγαλύτερες και στρογγυλές, ενώ στα κόσκινα ήσαν και μικρότερες και δύο ειδών, που εναλλάσσονταν στους εσωτερικούς κύκλους πότε με τις μικρές στρογγυλές τρύπες και πότε με τις μακρουλές. Στις κνισάρες χρησιμοποιούσαν για πάτους τα κνισαρόπανα, που στις χοντρές κνισάρες χρησιμοποιούνταν πολύ ψιλότρυπα μεταλλικά υφάσματα, ενώ στις ψιλές κνισάρες ο πάτος γινόταν με λεπτό μεταξωτό ύφασμα, που για επαύξηση της αντοχής του έμπαιναν εξωτερικά και στενές ισχυρότερες λουρίδες, που σχημάτιζαν σταυρό στην εξωτερική επιφάνεια του πάτου της κνισάρας.
________________________________________
ΠΕΤΑΛΩΤΗΣ - ΑΛΜΠΑΝΤΗΣ
Αλμπάντης ή πεταλωτής ήταν ο τεχνίτης που καλίκωνε (πετάλωνε) τα μπεγίρια (άλογα) τα μουλάρια και τους γαϊδάρους.
Το επάγγελμα εξασκούνταν κυρίως στα κεφαλοχώρια, όπου οι ιδιοκτήτες έφερναν από τα γύρω χωριά τα ζώα τους για πετάλωμα. Το καλίκωμα (πετάλωμα), που έκανε ο αλμπάντης ήτανε δυο ειδών: το καινούριο πετάλωμα και το καγιάρι.
Το καινούριο πετάλωμα γινόταν όταν τα πέταλα του ζώου είχαν φαγωθεί με τη χρήση. Στην περίπτωση αυτή ο αλμπάντης έδενε με το χαλιναρόσκοινο το ζώο σε ειδική δέστρα και έπαιρνε με τη σειρά το ένα μετά το άλλο τα πόδια του ζώου και αφού προσάρμοζε το καθένα πάνω στο γόνατο του με μια κυκλική δερμάτινη λουρίδα, αφαιρούσε με τη ντανάλια το φθαρμένο πέταλο. Κατόπιν έκοβε με το ειδικό δράπανο-νυχοκόφτη το νύχι, του ζώου, που είχε αναπτυχθεί κι ύστερα εφάρμοζε στο κομμένο νύχι το καινούριο πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά πεταλόκαρφα, με το χοντρό κεφάλι, με τέτοιο τρόπο, ώστε η αιχμή του καρφιού να βγαίνει από το πλάι μέσα του νυχιού χωρίς να πειράξει την από μέσα ζωντανή σάρκα του ποδιού του ζώου. Μετά το κάρφωμα του καινούριου πετάλου τοποθετούνταν το πόδι του ζώου πάνω στο ξύλινο στρογγυλό κουτσούρι και κόβονταν σύρριζα οι εξέχουσες αιχμές των πεταλόκαρφων. Ύστερα με ειδική ράσπα έξυνε το νύχι στο κάτω μέρος μέχρις ότου νύχι και πέταλο έρθουν στην ίδια επιφάνεια.
Τα καινούρια πέταλα, που χρησιμοποιούνταν στα μουλάρια και στα μικρόσωμα άλογα, ήσαν ολόγεμα, γιατί στα μεγαλόσωμα άλογα χρησιμοποιούνταν πέταλα, που κάλυβαν μόνο γύρω - γύρω το άκρο του πέλματος με κενό το μέσο και με δυο κάθετες εξοχές στα άκρα, για να προφυλάσσουν το άλογο από το γλύστριμα.
Το καγιάρι είναι όμοιο με το καινούριο πετάλωμα με μόνη τη διαφορά ότι στο καγιάρι χρησιμοποιούνταν τα ίδια πέταλα, που φορούσε το ζώο, επειδή δεν παρουσίαζαν μεγάλη φθορά.
________________________________________
ΣΩΜΑΡΑΣ
Σωμαρά ήταν ο τεχνίτης που κατασκεύαζε σωμάρια για τα χοντρά και λιανά ζώα που χρησιμοποιούσαν οι αγρότες για τις μεταφορές τους (μουλάρια, άλογα και γαϊδάρους). Τα σωμάρια, ανάλογα με το ζώο και τον ιδιοκτήτη τους μπορούσαν να είναι από πολύ φτωχά στην κατασκευή και διακόσμησή τους, μέχρι πολύ ακριβά και φανταχτερά. Το σωμάρι αποτελούνταν από τρία μέρη δηλ. από τον ξύλινο σκελετό, από το εσωτερικό γέμισμα και από τα δερμάτινα εξαρτήματα.
Η κατασκευή του ξύλινου σκελετού ήταν η κύρια τέχνη του σωμαρά, που απαιτούσε μεγάλη επιδεξιότητα, γιατί όλα τα κομμάτια, που τον αποτελούσαν, πελεκούνταν από τον ίδιο με το κοφτερό σκεπάρνι και απαιτούνταν λεπτή δουλειά ώστε να μην διακρίνονται τα σκαψίματα στα ξύλα του σκελετού. Τον ξύλινο σκελετό του σωμαριού αποτελούσαν τα δυο πισινά και τα δυο μπροστινά μεριά, τα οποία συνέδεαν τρεις σπάθες από την κάθε μεριά.
Το εσωτερικό γέμισμα ήταν ένα είδος στρώματος με εξωτερική επικάλυψη από ένα πολύ λεπτό δέρμα, το μεχίνι και από εσωτερική από ένα πίλημα λευκό μάλλινο, το στρασούρι, με ενδιάμεσο γέμισμα από το χόρτο αφράτο. Το στρώμα αυτό ραβόταν από το σωμαρά με τη σωμαροβελόνα, διπλόνονταν και έμπαινε μέσα στον ξύλινο σκελετό.
Η προσαρμογή και η στερέωση του σωμαριού πάνω στη ράχη του ζώου πραγματοποιείται με τα δερμάτινα εξαρτήματα, τα λεγόμενα μπιστοκαπλόδετα. Από τα μπιστοκαπλόδετα τα δυο είναι στερεωμένα στο πίσω μέρος του σωμαριού. Απ αυτά το ένα ο καπλοδέτης, μια πλατειά δερμάτινη λουρίδα, περιβάλλει τα μεριά του ζώου, το άλλο η μπισθιά, είδος καπλοδέτη, αλλά στρογγυλεμένου στη μέση, μπαίνει κατά το σωμάρωμα κάτω από την ουρά του ζώου.
Στο μπροστινό μέρος του σωμαριού μπαίνει η μπροστελίνα, που αποτελείται από δυο δερμάτινες λουρίδες, τη μικρή και τη μεγάλη, που είναι στερεωμένες από τη μια και από την άλλη πλευρά του σωμαριού. Η μπροστελίνα περνά από το στήθος του ζώου και σφίγγεται μέχρι να τεντώσουν τα πισινά μπιστοκαπλόδετα. Για καλύτερο και ασφαλέστερο σωμάρωμα υπάρχει ακόμη η γίγλα, μια μακρά δερμάτινη λουρίδα που κατά το σαμάρωμα περνά λίγο πιο μπροστά από την κοιλιά του ζώου. Από τις πλαγιαστές σπάθες του σωμαριού κρέμονται σε κυκλικά αναδιπλωμένες δερμάτινες λουρίδες οι σκάλες (αναβολείς) του σωμαριού, όπου πατεί τα πόδια του ο αναβάτης για να καβαλικέψει το ζώο.
Το σωμάρι χρησιμοποιήθηκε για να γίνονται οι μεταφορές σε ανθρώπους και πράματα με τα ζώα, που έπρεπε προηγουμένως ν άναι μερωμένα (πειθαρχικά-υπάκουα). Το όργανο για το πρώτο μέρωμα των φορτηγών ζώων και κυρίως των χοντρών, μπεγιργιών (αλόγων) και μουλαριών, ήταν το χαλινάρι, γιατί το ζωντανό πρώτα συνήθιζε το χαλινάρι κι ύστερα το σωμάρι. Το χαλινάρι αποτελούνταν από τρία μέρη, δηλ. το σιδερένιο τμήμα, τα δερμάτινα εξαρτήματα και το χαλιναρόσκοινο. Ανάλογη με την διακόσμηση του σωμαριού ήταν και η διακόσμηση του χαλιναριού με φούντες, σχέδια, τρύπες κλπ.
________________________________________
ΤΖΑΓΚΑΡΗΣ
Σήμερα ο τζαγκάρης, είναι ο τεχνίτης που κατά κύριο λόγο επιδιορθώνει τα παπούτσια μας. Παλιότερα όμως, ο τζαγκάρης τα έφτιαχνε ο ίδιος από την αρχή μετά από παραγγελία. Η κατασκευή ήταν χειροποίητη και τα παπούτσια ήταν πάντα ραφτά και καρφωτά και δερμάτινα πάνω – κάτω.
Το τζαγκαράδικο αποτελούνταν από τον πάγκο εργασίας και από τις καρέκλες που κάθιζαν ο τζαγκάρης, οι καλφάδες και τα τσιράκια. Πάνω ή κοντά στον πάγκο ήταν τα εργαλεία και τα υλικά που χρησιμοποιούσε ο τζαγκάρης, δηλαδή, τα σουβλιά οι τζαγκαροβελόνες, οι φαλτσέτες, τα σφυριά, οι κατσαμπρόκοι, οι σπάγγοι και τα καλαπόδια. Οι τζαγκάρηδες χρησιμοποιούσαν επίσης πεταλάκια και ειδικά καρφιά που τοποθετούσαν κάτω από τη σόλα για να κρατήσουν περισσότερο τα παπούτσια. Κοντά στον πάγκο υπήρχε το μαστέλο γεμάτο νερό, όπου έβαζαν τα πετσιά και τις χοντρές βακέτες να απαλύνουν (μαλακώσουν). Δίπλα στο μαστέλο ήταν μία τάβλα (σανίδα) την οποία έπαιρνε στα γόνατα του ο τζαγκάρης και κοπάνιζε τα μαλακωμένα δέρματα. Πάνω στην τάβλα κόβονταν επίσης τα δέρματα, που χρησιμοποιούνταν για όλα τα είδη καλίκωσης με το ειδικό τζαγκαρομάχαιρο, που είχε σχήμα μικρού γιαταγανιού με τη διαφορά ότι η κόψη ήταν από την εξωτερική μεριά.
Στην Κρήτη οι τζαγκάρηδες έδειχναν τη δεξιοτεχνία τους στην κατασκευή των στιβανιών αφού ήταν η κύρια καλίκωση των κατοίκων του νησιού. Μερακλίδικα στιβάνια μπορούσε κανείς να παραγγείλει σε τζαγκάρηδες των χωριών ή σε μικρές οικοτεχνίες τα λεγόμενα παραγγελίστικα. Τα έτοιμα στιβάνια τα λεγόμενα ζημοπουλίτικα, που έβγαιναν στις περισσότερο οργανωμένες βιοτεχνίες κυρίως στις πολιτείες, γίνονταν με φτηνά υλικά και με όχι πολύ μεγάλη τεχνική επιμέλεια όσο τα παραγγελίστικα και γι’ αυτό τα περιφρονούσαν οι μερακλήδες πελάτες.
Σήμερα το επάγγελμα του παραδοσιακού τζαγκάρη είναι ένα από αυτά που χάνονται. Όσοι υπάρχουν ασχολούνται μόνο με επιδιορθώσεις, εκτός ορισμένων που φτιάχνουν και στιβάνια μετά από παραγγελία του πελάτη.
________________________________________
ΤΖΑΜΠΑΖΗΣ
Τζαμπάζης λεγόταν ο έμπορος ζωντανών μεγάλων ζώων κυρίως μουλαριών, αλόγων, γαϊδάρων αλλά και βοδινών. Τα ζώα αυτά τα αγόραζαν και ή τα μεταπουλούσαν ή τα αντάλλασσαν με άλλα καλύτερα ή υποδεέστερα με καταβολή διαφοράς σε χρήμα, με τελική κατάληξη τη μεταπώληση όταν εύρισκαν συμφέρουσα τιμή.
Το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών πράξεων πραγματοποιούνταν στις ζωοπανηγύρεις και στα παζάρια όπου ο τζαμπάζης οδηγούσε τα αγορασμένα ή τραμπαρισμένα (ανταλαγέντα) ζώα για τελική πώληση ή νέα τράμπα (ανταλλαγή).
Εκτός από τις αγοραπωλησίες και τις τράμπες οι τζαμπάζηδες έκαναν και την επιχείρηση των ξεχαρτζιστών. Κατά την επιχείρηση αυτή ο τζαμπάζης αγόραζε ένα χοντρό ζώο, συνήθως μια νέα αγελάδα, την οποία, ούτε μεταπουλούσε ούτε την αντάλλασε, αλλά την παράδιδε σε κάποιο φτωχό άνθρωπο έναντι ενός προσυμφωνημένου ποσού, το οποίο όμως δεν καταβαλλόταν, υπό τον όρο όπως μελλοντικά διανεμηθούν εξ ίσου τα κέρδη από τα γεννήματα και η αγελάδα, αφού πρώτα ξεπεστεί υπέρ του τζαμπάζη η προσυμφωνηθείσα αξία της αγελάδας.
Το επάγγελμα του τζαμπάζη συνήθως ήταν πάρεργο, συμβάλλοντας στην συμπλήρωση του αγροτικού εισοδήματος, ενώ παράλληλα ήταν χρήσιμο για τους απλούς χωρικούς που ήθελαν να αγοράσουν ή να πουλήσουν το ζώο τους, αφού δεν ήταν εύκολο και συμφέρον να τρέχουν στα παζάρια για το σκοπό αυτό.
________________________________________
ΥΦΑΝΤΙΚΗ
Από τα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τον αργαλειό για να κατασκευάσουν αντικείμενα καθημερινής χρήσης.
Οι πρώτοι αργαλειοί ήταν όρθιοι και αργότερα έγιναν οριζόντιοι. Από παραστάσεις σε ελληνικά αγγεία μαθαίνουμε πως χρησιμοποιούνταν στην Ελλάδα από το 600 π.Χ. Στην πατρίδα μας, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου, όλα τα μάλλινα και βαμβακερά είδη του σπιτιού γίνονταν στον ακόμα και σήμερα μπορεί να βρει κανείς τα περίφημα Κρητικά υφαντά μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης με τους υπέροχους χρωματισμούς και τα πρωτότυπα σχέδια.
υφασμένα στον αργαλειό. Υπήρχαν πολλές υφάντρες που δούλευαν επαγγελματικά στα σπίτια τους που ήταν στημένος ο αργαλειός και δεχόταν παραγγελίες.
Στην Κρήτη σε κάθε χωριάτικο σπίτι ο αργαλειός κατείχε ξεχωριστή θέση. Τα Κρητικά υφαντά διακρίνονται για τη σφιχτή ύφανση, την αρμονία των χρωμάτων και την καλαίσθητη διακόσμησή τους. Οι γυναίκες της Κρήτης είναι γνωστές για την ιδιαίτερη δεξιοτεχνία τους στη κατασκευή υφαντών. Στον αργαλειό έφτιαχναν τα ρούχα, τα καθημερινά είδη του σπιτιού και την προίκα των κοριτσιών, όπως πατανίες, πετσέτες, χιράμια, χαλιά, ποδιές βούργιες, τραπεζομάντιλα κ.α. Ολόκληρες οικογένειες απασχολούνται συχνά με την υφαντουργία, από την εκτροφή των προβάτων ως την τελική ύφανση του μαλλιού. Οι χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες ήταν βαμβάκι, μαλλί, λινάρι, μετάξι, ανάλογα με το είδος και τη χρήση του υφαντού. Τις πρώτες αυτές ύλες οι γυναίκες της Κρήτης τις κατεργάζονταν μόνες τους. Επίσης μόνες έβαφαν τα νήματα, χρησιμοποιώντας φυτικές βαφές, όπως ρίζες φυτών, φύλλα, λουλούδια, καρπούς, φλοιούς δέντρων κ.ά. Το χρώμα που επικρατούσε ήταν το κόκκινο ενώ τα πλουμιά και τα ξόμπλια ήταν πολύχρωμα.
Η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία έβαλε στο περιθώριο την παραδοσιακή υφαντική. Σήμερα το επάγγελμα της υφάντρας και η τέχνη του αργαλειού έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονες μηχανές. Απέμειναν μόνο λίγες υφάντρες που δουλεύουν ακόμη στον παραδοσιακό αργαλειό και έτσι ακόμα και σήμερα μπορεί να βρει κανείς τα περίφημα Κρητικά υφαντά, μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης με τα πρωτότυπα σχέδια και τους υπέροχους χρωματισμούς.
aetos10
 
Δημοσιεύσεις: 2284
Εγγραφή: Τρί Ιουν 14, 2011 7:36 pm

Επιστροφή στο Ήθη & έθιμα

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης